δογματοποιέω
δογματοποιέω, make a decree
δογμᾰτο-ποιέω,
- make a decree, c. inf., Plb. 1.81.4:— also Med., IG 5(1).1390.57 (Andania).
decretar c. inf.
ἀποκτείνειν
οἱ ἄρχοντες ... δογματοποιείσθωσαν, ὅτι ...
δογματο·ποιέω-ῶ [μᾰ] rendre un décret, Pol. 1, 81, 4.
Étym. δόγμα, ποιέω.
δογματοποιέω, einen Beschluß fassen, Pol. 1.81.4.