Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δοχμικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουροπαγής
δουρός
Δουρόστορον
δουροτόμος
Δουρότριγες
δουροφόρος
δουρρά
δούρων
δούς
δοῦσα
Δουσάρειος
Δουσαρή
Δουσαρηνοί
Δουσάρης
Δουσαριασταί
δοφλικάρις
δοχαῖος
δοχεῖον
δοχεύς
δοχεών
δοχή
δοχήϊον
δοχικός
δοχμαϊκός
δοχμαλόν
δοχμάς
δοχμή
δοχμῇσι
δοχμιάζω
δοχμιακός
δοχμικός
δόχμιος
δοχμόκορσοι
δοχμόκορσος
δοχμόλοφος
δοχμόομαι
δοχμός
δοχμόω
δοχός
δοώδεκα
δράβη
Δραβήσκιος
Δραβῆσκος
Δραβησκός
Δράβος
Δράγα
δραγατεύω
δραγάτης
Δράγγαι
Δραγγή
Δραγγηίς
Δραγγιανή
δράγδην
δραγκάζειν
δραγκαλακτᾶν
δράγλη
δράγμα
δραγμᾶναι
δραγματεύω
δραγματηγέω
δραγματηγία
…
δοχμικός
Save
Pape
δοχμικός
, = δοχμιακός,
Schol. Aesch. Spt
. 129.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}