δρώπτω
δρώπτω,
- = διακόπτω ἢ διασκοπῶ, A. Fr. 278.
examinar A.Fr.278, cf.
•Dud.: ¿cruce de δέρκομαι y ὄπωπα? ¿Deriv. de δρώψ?
δρώπτω, c. διακόπτω ou διασκοπέω, sel. Hsch., Eschl. fr. 272.
δρώπτω, (δρέπω), = διακόπτω, Aesch. frg. 259.