δρωπακίστρια Save LSJ DGE Pape δρωπᾰκ-ίστρια, ἡ, = παρατίλτρια, Phot. δρωπακίστρια -ας, ἡ depiladora Phot.s.u. παρατίλτρια. δρωπακίστρια, ἡ, die Haarausrupfende, Sp.