Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυανερικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρώπακος
δρῶπαξ
δρώπαξ
Δρωπίδης
Δρωπίων
δρωπός
δρωπτά
δρώπτης
δρωπτός
δρώπτω
δρῶσα
Δρωσαχή
δρώψ
δρῶψ
δρώωσι
δῦ
δυ
δύα
δυαδίζομαι
δυαδίζω
δυαδικός
δυαδικῶς
δυαδισμός
δυάζω
δυάκις
Δύαλος
δύαν
δυάνδρες
δυανδρία
δυανδρικός
δυανερικός
δυϝάνοι
δυϜάνω
δυαρεία
δυαρχέω
δυαρχία
δυάς
δύασμα
δυασμός
δυαστικός
δυάω
δύβρις
δυγ-
δυγνίς
δυγόν
δυγός
δύε
δύε(ν)
δυειδής
δυεῖν
δυενιαυσίως
δυερός
δύη
δύῃ
δυηλός
δυηπάθεια
δυηπαθέω
δυηπαθής
δυηπαθία
δυηπαθίη
δυήπαθος
…
δυανερικός
Save
LSJ
δῠ-ᾰνερικός, ή, όν, = foreg.,
CIG
3979 (Antioch. Pisid.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}