δώτωρ
δώτωρ, ορος, ὁ,
- = δωτήρ, δῶτορ ἑάων giver of goods, addressed to Hermes, Od. 8.335, h.Hom. 18.12, cf. Luc. Sat. 14; to Zeus, Call. Jov. 91; θεοὶ τούτων δώτορες ἀμφοτέρων Thgn. 134, cf. E. Hyps.Fr. 7.5.
dador, dispensador ref. dioses
δῶτορ ἐάων
de Hermesἀγαθῶν δώτορα καὶ σοφίης
θεοὶ τούτων δώτορες ἀμφοτέρων
δῶτορ σοφίας
Καῖσαρ, ἀδειμάντου δ. ἐλευθερίης
δώτωρ, ορος (ὁ) c. δωτήρ, Od. 8, 335 ; Hh. 17, 12 ; 29, 8 ; Thgn. 134.
δώτωρ, ορος, ὁ, der Geber ; Homer einmal, Od. 8.335 Ἑρμεία Διὸς υἱὲ διάκτορε, δῶτορ ἑάων ; vgl. δωτήρ und δοτήρ ; – Hom. h. 17.12 χαῖρʼ Ἑρμῆ χαριδῶτα, διάκτορε, δῶτορ ἐάων ; 29.8 Ἀργειφόντα, Διὸς καὶ μαιάδος υἱέ, ἄγγελε τῶν μακάρων, χρυσόρραπι, δῶτορ ἐάων ; Luc. Cronos. 14 θυόντων Διῒ πλουτοδότῃ καὶ Ἑρμῇ δώτορι καὶ Ἀπόλλωνι μεγαλοδώρῳ, – Theogn. 134 θεοὶ τούτων δώτορες ἀμφοτέρων.
δώτωρ
δωτήρ.
In voc. δῶτορ Od. 8.335.
δώτωρ , ορος= δωτήρ, Od. 8.335†.
δώτωρ, ορος,
= δωτήρ, Od., Hhymn.