δωσίπυγος Save LSJ DGE Pape δωσῐ-πῡγος or δοσίπῡγος, ον, = κίναιδος, Suid. s.v. ἀφέλεια. δωσίπυγος v. δοσίπυγος. δωσίπυγος, [ῡ], den Hintern preisgebend, Suid.; auch δοσίπ., vgl. Lobeck ad Phryn. 770.