εἰσάφασμα
εἰσάφασμα, touch, grasp
εἰσάφ-ασμα [ᾰφ], ατος, τό,
- touch, grasp, A. Fr. 204 (pl.).
impacto A.Fr.204.
εἰσάφασμα, ατος (τὸ) [ᾰφ] attouchement, Eschl. fr. 199.
Étym. *εἰσαφάσσω.
εἰσάφασμα, τό, das Anfassen, Aesch. frg. 185.