εἰσάφιξις
εἰσάφιξις, right of settlement
εἰσάφ-ιξις, εως, ἡ,
- right of settlement, ἐς Μίλητον SIG 273.7 (Milet., iv B.C.); εἰς Κύζικον ib. 645.88 (Seleucia in Cilicia, ii B.C.).
derecho de entrada, libre acceso a un territorio o ciu.
εἶναι Σαρδιηνῶν τῷ βουλομένῳ εἰσάφιξιν ἐς Μίλητον ἀσυλεὶ καὶ ἀσπονδεί
δεδόσθαι αὐτῷ εἰσάφιξιν εἰς Κύζικον κατ[ὰ] γῆν καὶ κατὰ θάλασσ[α]ν