εἰσηγητικός Save DGE Bailly 2024 Pape εἰσηγητικός -ή, -όν inductor εἰ. τρόπος ἀπάτης Clem.Al.Prot.2.26. εἰσηγητικός, ή, όν, qui introduit, gén. Clém. 22. Étym. εἰσηγέομαι. εἰσηγητικός, ή, όν, einführend, Clem.Al.