εἰσευπορέω
εἰσευπορέω, procure in plenty
εἰσευπορέω,
- procure in plenty, τὸ πλεῖστον Supp.Epigr. 1.366.40 (Samos, iii B.C.); χρήματα τῇ πόλει D.S. 16.40; ποθόδους τοῖς ἐγχωρίοις GDI 3069 (Selymbria): abs., SIG 364.74 (Ephesus).
proporcionar, procurar con generosidad dinero
εἰς τὰ τοῦ δάμου συμφέροντα χρήματα ἐκ τῶν ἰδίων
ἶσον ἐπηγγείλατο τοῖς τὸ πλεῖστον εἰσευπορήσασι
π]οθόδους τοῖς ἐγχωρίοις
• abs. dar dinero, contribuir
οἵδε ... εἰσευπ[όρησαν] οἳ μὲν δωρεάν, οἳ δὲ ἄτοκα
unos contribuyeron con un donativo, otros sin interésεἰς τὰ τῷ βασιλεῖ συμφέροντα πολλάκις χρήμασιν εἰσευπορῶν
εἰσ·ευπορέω-ῶ (inf. ao. -ῆσαι) fournir en abondance : τί τινι, DS. 16, 40, qqe ch. à qqn.
εἰσευπορέω, reichlich hereinschaffen, χρήματα τῇ πόλει DS. 16.40.