εἰσώστη
εἰσώστη, tomb
εἰσώστη, ἡ,
- tomb, in pl., CIG 2824 (Aphrodisias), JHS 20.76 (Caria). (Prob. from ὠθέω, cf. ὑπώστη.)
nicho excavado en diversos puntos del conjunto funerario, sólo en inscrs. de Afrodisias
ἡ σορὸς καὶ ἡ ὑποκειμένη αὐτῇ εἰ.
τὴν ὑπὸ τὴ σορῷ ἐν τῷ εἰδοφόρῳ εἰσώστην
ἡ ἰ. ἐστὶν ... ἡ ἐν τῷ βαθρικῷ
τοῦ πλάτα ... σὺν ταῖς ἰσώσταις
ἐν ταῖς ... εἰσώσταις ... ἐν μὲν τῇ κατωτέρᾳ δισωμάτῳ ... ἐν δὲ τῇ ἀνωτέρᾳ τῇ μοναξῇ