εὐδιήγητος
εὐδιήγητος, easy to tell
εὐδιήγητος, ον,
- easy to tell, Isoc. 19.28, Procop. Aed. 4.1, etc.
εὐ·διήγητος, ος, ον, facile à raconter, Isocr. 389e.
Étym. εὖ, διηγέομαι.
εὐδιήγητος, gut zu erzählen, Isocr. 19.28.