εὐξύμβλητος Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐξύμβλητος, εὐξύμβολος, εὐξυνεσία, εὐξύνετος, Att. for εὐς-. εὐ·ξύμβλητος, εὐ·ξύμβολος, εὐξύνετος, att. c. εὐσύμβλητος, etc. εὐξύμβλητος, att. für εὐσύμβλητος.