ζάπλουτος
ζάπλουτος, very rich
ζάπλουτος, ον,
- very rich, Hdt. 1.32, E. Andr. 1282, Lib. Decl. 30.12, Jul. Ep. 89b.
ζά·πλουτος, ος, ον, très riche, Hdt. 1, 32 ; Eur. Andr. 1282.
Étym. ζα-, πλοῦτος.
ζάπλουτος, sehr reich ; Her. 1.32 ; Eur. Andr. 1283 u. Sp.
ζάπλουτος
ζά-πλουτος, ον
- very rich, Hdt., Eur. Aeolic for διαπρέπω.