ζατρεφής
ζατρεφής, well-fed, fat, goodly
ζατρεφής, ές, (τρέφω) Ep. Adj.
- well-fed, fat, goodly, ταύρων ζατρεφέων Il. 7.223; Φώκας ζατρεφέας Od. 4.451.
ζα·τρεφής, ής, ές, bien nourri, robuste, Il. 7, 223 ; Od. 4, 451.
Étym. ζα-, τρέφω.
ζατρεφής, ές, wohlgenährt, stark, fett, ταῦρος Il. 6.223, φῶκαι Od. 4.451, u. sonst.
ζατρεφής
[ζα- + τρέφω.]
Well-nourished, goodly Od. 4.451, Od. 14.19, 106.
Of, prepared from, such an animal: σάκος ταύρων ζατρεφέων Il. 7.223.
ζατρεφής , ές (τρέφω): highly fed, fat, sleek.
ζατρεφής
ζᾰ-τρεφής, ές
τρέφω
- well-fed, fat, goodly, Hom.