Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζάρηκες
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζάλος
ζᾶλος
ζαλόω
ζαλωτός
Ζάμα
ζάματος
ζαμβύκη
ζαμενέω
ζαμενής
ζαμερίτας
ζαμῆται
ζαμία
ζαμίλαμπις
ζαμιοργία
Ζάμολξις
Ζάν
ζανεκέως
Ζαπάτας
ζάπεδον
ζαπίμελος
ζαπληθής
ζαπλουτέω
ζάπλουτος
ζαπότης
ζάπυρος
Ζαρά
Ζάραξ
Ζαράτας
Ζαρβιηνός
ζαργάνη
ζάρηκες
Ζαρήκιος
Ζάρηξ
Ζάρητρα
ζάρος
ζαροῦν
ζατεῦσα
ζατεύω
ζατέω
ζάτοισ’
ζατόω
ζατρεῖον
ζατρεύω
ζατρεφής
ζατρίκιον
Ζαύηκες
ζαυκίτροφος
ζαφεγγής
ζάφελος
ζαφθανεί
ζαφλεγής
ζαφλέγοιο
ζαφοίταισα
ζαφόρος
Ζαχαρίας
ζάχμα
ζάχολος
ζαχραής
ζαχρειής
ζαχρεῖος
ζαχρήεις
…
ζάρηκες
Save
LSJ
ζάρηκες (
-ικές
cod. extra ordinem)
· ἐπίθετον πελαγῶν
(
-αργῶν
Mus.),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}