Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζεματίζω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ζβελσοῦρδος
ζβέννυμι
ζβίχ
ζε
ζέα
ζεά
Ζέαθος
Ζεβεδαῖος
ζεγέριες
ζειά
ζειαί
ζειγάρη
ζείδωρος
ζειλίαυρος
ζείνυμεν
ζειρά
ζείρα
ζειρατείς
ζειροφόρος
ζείω
ζεκαμναία
ζεκελτίδες
ζελᾶς
Ζελέα
Ζέλεια
Ζελείτης
ζέλκια
ζέλλω
Ζέλυς
ζέμα
ζεματίζω
ζέμελεν
ζέμμα
ζεμμάτιον
ζέννυμι
ζεοποίιον
ζεόπυρον
ζέρεθρον
ζέρνα
ζεσελαιοξανθεπιπαγκαπύρωτος
ζεσελαιοπαγής
ζέσις
ζέσμα
ζέσσα
ζέσσε
ζέσσεν
ζεστάκρατα
ζεστολουσία
ζεστός
ζεστότης
ζετραία
ζευγάριον
ζευγατήρ
ζευγατῆρες
ζεύγελα
ζευγελάτης
ζευγηλασία
ζευγηλατέω
ζευγηλάτης
ζευγηλατρίς
ζευγήσιον
…
ζεματίζω
Save
Bailly 2024
ζεματίζω
[
ᾰ
] faire bouillir,
Agap.
(
Geop.
c. 129
).
Étym.
ζέμα
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}