ζεστότης
ζεστότης, heat
ζεστότης, ητος, ἡ,
- heat, Paus. 10.11.4.
ζεστότης, ητος (ἡ) chaleur d’un liquide bouillant, Paus. 10, 11, 4.
Étym. ζεστός.
ζεστότης, ητος, ἡ, Siedhitze, Paus. 10.11.4.
ζεστότης, heat