ζευγελάτης Save LSJ Pape ζευγελάτης [ᾰ], ου, ὁ, = ζευγηλάτης, Hsch. ζευγελάτης, Hesych. γηπόνος, = ζευγηλάτης, Treiber eines Gespanns, Xen. An. 6.1.8, bes. zum Pflügen.