θέρμινος
θέρμινος, of lupines
θέρμῐνος, η, ον, (θέρμος)
- of lupines, ἄλευρα Dsc. 2.110; πανοπλία Luc. VH 1.27.
θέρμινος, η, ον [ῐ] de lupin, Luc. V.H. 1, 27 ; Diosc. 2, 135.
Étym. θέρμος.
θέρμινος, von Feigbohnen.; Diosc.; Luc. Ver. Hist. 1.1.27.
θέρμινος
θέρμῐνος, η, ον
- of lupines (θέρμος) , Luc.