θερμολουτρέω Save Bailly 2024 Pape θερμο·λουτρέω-ῶ, c. θερμολουτέω, Arstt. Probl. 1, 29. Étym. θ. λουτρόν. θερμολουτρέω, = θερμολουτέω, Arist. Probl. 1.29.