θερμολουτία Save LSJ Bailly 2024 Pape θερμο-λουτία, ἡ, f.l. for -λουσίη, Hp. Insomn. 93. θερμο·λουτία, ας (ἡ) c. θερμολουσία, bain chaud, au plur. Hpc. 380, 3. θερμολουτία, ἡ, = θερμολουσία, Hippocr.; s. Lobeck zu Phryn. 594.