Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θερμηρόν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θέρμανσις
θερμαντέον
θερμαντέος
θερμαντήρ
θερμαντήριον
θερμαντήριος
θερμαντικός
θερμαντός
θερμασία
θερμάσιος
θέρμασμα
θέρμασσα
θερμάστιον
θέρμαστις
θερμαστίς
θερμάστρα
θερμαστρῆθεν
θερμαστρίζω
θερμαστρίς
θερμαύστρα
θέρμαυστρα
θερμαυστρίζω
θερμαυστρίς
θερμαψίς
θερμερύνομαι
θερμερῶπις
θέρμη
Θέρμη
θερμηγορέω
θερμημερίαι
θερμηρόν
θερμηρός
θερμίζω
Θερμικός
θέρμινος
θέρμιον
θερμίον
Θέρμιον
Θερμῖται
θερμοβαφής
θερμόβλυστον
θερμόβλυστος
θερμόβουλον
θερμόβουλος
θερμοδοσία
θερμοδοτέω
θερμοδότης
θερμοδότις
θερμοειδής
θερμοεργός
θερμοκοίλιος
θερμοκρασία
θερμοκύαμος
Θερμολαῖος
Θερμολέπυρος
θερμολουσία
θερμολουσίη
θερμολουτέω
θερμολούτης
θερμολουτία
θερμολουτρέω
…
θερμηρόν
Save
Pape
θερμηρόν
, ποτήριον, s. κελέβη, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}