θαλπτήριος
θαλπτήριος, warming
θαλπ-τήριος, ον,
- warming, σάνδαλα . . ποδῶν θ. AP 6.206.1 (Antip. Sid.).
θαλπτήριος, ος, ον, qui réchauffe, qui console, Anth. 6, 206.
Étym. θάλπω.
θαλπτήριος, erwärmend, σάνδαλα ποδῶν θαλπτήρια Antip.Sid. 21 (VI.206).
θαλπτήριος, ον
- warming, Anth. from θαλπωρή