θεαροδόκος Save LSJ Pape θεᾱροδόκος, θεαρο-δοκία, Dor. for θεωροδόκος (q.v.). θεαροδόκος, [ᾱ], ὁ, dor. = θεωροδόκος, die θεωροί aufnehmend, Inscr.