θησαυροποιός
θησαυροποιός, laying up in store
θησαυρο-ποιός, όν,
- laying up in store, Pl. R. 554a.
θησαυρο·ποιός, ός, όν, qui amasse un trésor, Plat. Rsp. 554a.
Étym. θ. ποιέω.
θησαυροποιός, ἀνήρ, = θησαυριστής, Plat. Rep. VIII.554a.
θησαυροποιός
θησαυρο-ποιός, όν
ποιέω
- laying up in store, Plat.