θυρίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape θῠρίδιον, τό, Dim. of θύρα, Gp. 15.6.2. θυρίδιον, ου (τὸ) [ῠῐδ] c. θύριον, Ar. Nub. 93 vulg. θυρίδιον, τό, dim. von θυρίς, v.l. Ar. Nub. 93.