θυριδωτός
θυριδωτός, having apertures
θῠρῐδ-ωτός, ή, όν,
- having apertures, κιβωτός Demioprat. ap. Poll. 10.137; καταπάλτης IG 2(2).1487.89.
θυριδωτός, mit Fenstern versehen, κιβωτός Poll. 10.137.