Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθήμενοι
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθεώρων
κάθῃ
καθήατο
καθηγεμονία
καθηγεμονικός
καθηγεμών
καθηγέομαι
καθήγησις
καθηγήτειρα
καθηγητήρ
καθηγητής
καθηγητικός
καθηδύνω
καθηδυπάθεια
καθηδυπαθέω
καθηδυπάθησις
καθῆκα
καθῆκον
καθηκόντως
καθήκω
καθηλιάζω
καθῆλιξ
κἄθηλος
καθηλόω
καθήλωμα
καθήλωσις
καθηλωτής
κάθημα
κάθημαι
καθημαξευμένως
καθήμενοι
καθημέραν
καθημερεία
καθημερεύω
καθημερινός
καθημέριος
καθημερίσια
καθημερόβιος
καθημεροθύτης
καθημερόω
καθηνιοχέω
κάθηρα
καθῆραι
καθήρας
κάθηρε
καθῆστο
καθησυχάζω
Κάθητος
καθθηρατόριον
καθίγνυμαι
καθιγνῦσαι
κάθιδοι
κάθιδρος
καθιδρόω
καθίδρυμα
καθιδρύνω
καθίδρυσις
καθιδρύω
καθίδρως
καθιέρευσις
καθιερεύω
…
καθήμενοι
Save
Grieks Nederlands
καθήμενοι -ων, οἱ
ptc. praes. plur.
van
κάθημαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}