καθηγήτειρα Save Bailly 2024 Pape καθηγήτειρα, ας (ἡ) [κᾰ] fém. du suiv. Orph. H. 75, 6. καθηγήτειρα, ἡ, fem. zu καθηγητήρ, Orph. H. 75.6.