κάθημαι
κάθημαι, κάθημαι, be seated (verb)
- to be seated, sit, αὐτός τε κάθησο καὶ ἄλλους ἵδρυε λαούς Il. 2.191; κάθησʼ ἑδραία E. Andr. 266: freq. in part., πέτρῃ ἔπι προβλῆτι καθήμενος Il. 16.407; ἐπʼ ἀκτῆς κλαῖε κ. Od. 5.82; κ. οἶος ἐν Ἴδῃ Il. 8.207; ἐν ἀγῶνι κ. 23.448; κλαῖον δʼ ἐν λεχέεσσι κ. Od. 10.497; θύρῃσι κ. 17.530; ἐπὶ ταῖσι θύραις Ar. Nu. 466; αὐτόθεν ἐκ δίφροιο κ. even from his seat as he sat there, Od. 21.420; καθήμεθʼ ἄκρων ἐκ πάγων S. Ant. 411; ἐκ μέσου κατῆστο sate aloof, remained neutral, Hdt. 3.83, cf. 4.118, 8.73; ἐν θρόνῳ κ. Id. 2.149; θρόνῳ κ. E. El. 315; κ. πρὸς τάφῳ Id. Hel. 1084; πρὸς τὸ πῦρ Ar. V. 773; ἐπὶ δίφρου Pl. R. 328c; ἐπὶ τῶν ἵππων X. Cyr. 4.5.54; ἐπὶ τοῦ ἅρματος Act.Ap. 8.28; ἐς τοὐργαστήριον Alciphr. 3.27: c. acc. cogn., ἕδραν κ. E. Heracl. 55: c. acc. loci, sit on, ὀφρύην ib. 394.
- 2 esp. of courts, councils, assemblies, etc., sit: οἱ καθήμενοι the judges, the court, And. 1.139, D. 6.3, etc.; δικαστὰς οὐχ ὁρῶ καθημένους Ar. Nu. 208; ὑμεῖς οἱ καθήμενοι you who sit as judges, Th. 5.85; οὐκ ἐπὶ τούτῳ κ. ὁ δικαστής Pl. Ap. 35c; κ. ὑπὲρ τῶν νόμων D. 58.25; of the βουλή, And. 1.43; βουλῆς περὶ τούτων καθημένης D. 21.116; of an assembly, X. An. 6.2.5; οἱ κ. the spectators in a theatre, Hegesipp. 1.29.
- 3 sit still, sit quiet, ὕψι περ ἐν νεφέεσσι καθημένω Od. 16.264; σφοῖσιν ἐνὶ μεγάροισι καθήατο (for ἐκάθηντο) Il. 11.76; ἐν πένθεϊ μεγάλῳ κατῆστο Hdt. 1.46; μετὰ κόπον κ. rest after labour, S. Fr. 479.3: and, in bad sense, sit doing nothing, lie idle, Il. 24.403, Hdt. 3.134; of an army, Id. 9.56, Th. 4.124; of a boatʼs crew, PCair.Zen. 107.6 (iii B.C.); οὐδὲν ποιοῦντες ἐνθάδε καθήμεθα, μέλλοντες ἀεί D. 11.17, cf. 2.23, S. Fr. 142.20, etc.; also, of an army, to have its quarters, be encamped, περὶ τὰς Ἀχαρνάς Th. 2.20, cf. 101; ἐχθρῶν ὑπʼ αὐτοῖς τείχεσιν καθημένων E. Ph. 752.
- 4 reside in a place, LXX Ne. 11.6; λαὸς καθήμενος ἐν σκοτίᾳ Ev.Matt. 4.16; settle, εἰς Σινώπην Muson. Fr. 9 p.43 H.
- 5 lead a sedentary, obscure life, ἐν σκότῳ καθήμενος Pi. O. 1.83; ἔσω καθημένη A. Ch. 919; αἱ βαναυσικαὶ [τέχναι] ἀναγκάζουσι καθῆσθαι X. Oec. 4.2; to be engaged or employed, esp. in a sedentary business, ἐπʼ αὐτῷ τούτῳ Hdt. 2.86; κ. ἐπὶ τῇ τραπέζῃ, of bankers, D. 49.42, cf. 45.33; ἐπʼ ἐργαστηρίου Id. 59.67; ἐπὶ τοῦ . . ἰατρείου Aeschin. 1.40; καθῆσθαι ἐν πόλει, opp. ζῆν ἐν χωρίῳ, Muson. Fr. 11 p.59 H.
- 6 sit as a suppliant, ἐν Δελφοῖσι Hdt. 5.63, cf. Orac.ib. 7.140.
- 7 of districts and countries, lie, χωρία ὁμοίως καθήμενα Thphr. HP 8.8.7.
- b to be low-lying, τὰ λεῖα καὶ καθήμενα Ael. VH 3.1, cf. NA 16.12; πεδίον κ. Him. Or. 14.17; πόπανον . . κ. δωδεκόμφαλον prob. flat in the middle, IG 2(2).1367.
- 8 of a statue, to be placed, Pl. Smp. 215b, Arist. Pol. 1315b21.
- 9 of things, to be set or placed, λαγῴοις ἐπʼ ἀμύλῳ καθημένοις Telecl. 32, cf. Pherecr. 108.17; τὸ πηδάλιον κ. πλάγιον Arist. Mech. 851a4, cf. ib. 13.
1. zitten, meestal met prep. bep.;
2. zitting houden (van rechters, raden, vergaderingen):
3. een zittend bestaan leiden:
4. i.h.b. van zittend werk zitten, aangesteld zijn:
5. (ergens) zitten, liggen, staan, zich bevinden:
sitzen, dasitzen, sich niederlassen ; αὐτός τε κάθησο καὶ ἄλλους ἵδρυε λαούς Il. 2.191 ; ἀκέουσα καθῆστο, schweigend saß sie da, 1.569 ; ἕκηλοι σφοῖσιν ἐνὶ μεγάροισι καθείατο 11.76 ; πέτρῃ ἔπι προβλῆτι 16.407 ; ἐπʼ ἀκτῆς Od. 5.82 ; ἐν λεχέεσσι 10.497 ; behaglich sitzen, thronen, 16.264 ; übh. sich wo aufhalten, bes. ruhig verweilen, βουσὶν ἐπʼ ἀλλοτρίῃσι, bei fremden Ochsen, 20.221 ; ἐν σκότῳ καθήμενος Pind. Ol. 1.83 ; οὔτοι κάθησθε δωμάτων ἐφέστιοι ἐμῶν Aesch. Suppl. 360 ; προσπεσόντα βωμῷ καθῆσθαι τῷ Ποσειδῶνος Soph. O.C. 1160 ; καθήμεθʼ ἄκρων ἐκ πάγων Ant. 407, wo ἐκ aus dem Zusammenhange klar ist, von dort aus spähend ; ἕδραν Eur. Heracl. 55 ; θρόνῳ El. 315 (ἐν θρόνῳ Plat. Prot. 315c, ἐπὶ δίφρου Rep. I.328c); ἀσπίδων ἔπι Phoen. 1476 ; πρὸς τὸ πῦρ Ar. Vesp. 773 ; ἐπὶ τῇ τραπέζῃ Dem. 49.42 ; κατήμενος ἐν τῇ τάξι Her. 9.72) bes. ruhig dasitzen, sich ruhig, müßig verhalten, ἔχων δύναμιν τοσαύτην κάτησαι 3.134 ; ἐν πένθεϊ μεγάλῳ 1.45 ; ἐβούλετο προϊέναι καὶ μὴ καθῆσθαι Thuc. 4.124, wie Dem. vrbdt μέλλοντας ἡμᾶς καὶ καθημένους, 4.9 ; οὐδὲν ποιοῦντες ἐνθάδε καθήμεθα, μέλλοντες ἀεί 11.17 ; sich lagern, καθημένου αὐτοῦ περὶ τούτους τοὺς χώρους Thuc. 2.101, wie 2.20, von einer Belagerung. – Es ist auch das eigtl. Wort von den zu Gericht sitzenden Richtern, Ar. Nub. 208 ; οὐ γὰρ ἐπὶ τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής Plat. Apol. 35c, öfter ; Aesch. 1.162 ; οἱ καθήμενοι = σύνεδροι Thuc. 5.85 ; die Zuschauer, Hegesipp. Ath. VII.290b. – Aufgestellt sein, stehen, οἱ Σειληνοὶ οἱ ἐν τοῖς ἑρμογλυφείοις καθήμενοι Plat. Symp. 215a ; ἀνδριάντα ἐν τῇ ἀγορᾷ καθήμενον Arist. Pol. 5.12 ; – gelegen sein, Ἤλις ἡ Διὸς γείτων κάθηται Eur. bei Strab. VIII.563. – Von Gegenden, niedrig liegen, Ael. V.H. 3.1, χωρία H.A. 16.12, v.l. καθειμένα.
[καθ-, κατα- 1.]
3 sing. impf. καθῆστο Il. 1.569: Od. 4.628.
3 pl. καθήατο, καθείατο Il. 11.76, Il. 20.153, Il. 24.473.
Imp. κάθησο Il. 1.565, Il. 2.191.
- 1
To sit, be seated: ἀκέουσα κάθησο Il. 1.565. Cf. Il. 4.1, Il. 11.76, Il. 14.5, Il. 20.153, Il. 24.161, etc.: ἐν ψαμάθοισι καθήμενος Od. 4.539. Cf. Od. 3.186, Od. 10.497, Od. 17.478, Od. 21.89, 420, etc.
- 2
To sit idle, doing nothing: ἀσχαλόωσι καθήμενοι Il. 24.403. Cf. Od. 2.255, Od. 4.628, Od. 16.264.
- 3
To abide, be: βουσὶν ἐπʼ ἀλλοτρίῃσι καθήμενον Od. 20.221. Cf. Od. 2.369.
- 1
- 1sit τά κέ τις ἀνώνυμον γῆρας ἐν σκότῳ καθήμενος ἕψοι μάταν; O. 1.83
Strong 2521
in cl. pres. and impf. only (prop. pf. and plpf. of καθέζομαι; cf. Bl., § 24), in LXX and NT fut. also, to sit, be seated: Mt 11:16 22:44
(LXX), Mk 2:6, Jo 6:3, Ac 2:2, Ja 2:3 (on the vulgar imper. κάθου, v. Kennedy, Sources, 162), Re 4:3, al.; seq. prep. c. acc., ἐπί, Mt 9:9, Mk 2:14, Jo 12:15; παρά, Mt 13:1, Mk 10:46; περί, Mk 3:32, 34; πρός, Lk 22:56; ὑπό, Ja 2:3; εἰς, Mk 13:3; μετά, c. gen. pers., Mt 26:58; ἐκ δεξιῶν, Mt 22:44; ἐπάνω, c. gen., Mt 28:2; ἀπέναντι, c. gen., Mt 27:61; ἐπί, c. dat., Ac 3:10; id. c. gen., Ac 8:28; ἐκεῖ, Mt 15:29; pleonastic (M, Pr., 230, 241; Dalman, Words, 22), Mt 13:2, Ac 23:3, Re 18:7; metaph., Mt 4:16, Lk 1:79
(LXX); of one's domicile (Ne 11:6, Si 50:26; Hdt., v, 63), Lk 21:35, Ac 2:2, Re 14:6 (cf. συν-κάθημαι).
a
σὲ καλῶ, τὸν μέγαν ἐν οὐρανῷ, ... ἐπὶ λωτῷ καθήμενος
a ti te llamo, al grande del cielo, el que está sentado en el loto
b
εἴσελθε, φάνηθί μοι, κύριε, ... ὁ ἐπὶ τῆς τοῦ κόσμου κεφαλῆς καθήμενος
ven, muéstrate a mí, señor, tú que estás sentado sobre la cabeza del cosmos
c
ἐπικαλοῦμαί σε, ... τὸν καθήμενον ἐν τῷ πρώτῳ οὐρανῷ
te invoco a ti, el que está sentado en el primer cielo
d
εἴσελθε, φάνηθί μοι, κύριε, ... ὁ ἐντὸς τῶν ζʹ πόλων καθήμενος
ven, muéstrate a mí, señor, el que está sentado dentro de los siete polos
e
ἐλθέ, Τυφῶν, ὁ ἐπὶ τὴν ὑπτίαν πύλην καθήμενος
ven, Tifón, el que está sentado sobre la puerta
f
ἐξορκίζω σε, ... ἐπὶ χερουβὶν καθήμενον
te conjuro por el que está sentado sobre el querubín
g
ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ ἐν τῇ πυρίνῃ χλαμύδί καθημένου
te conjuro por el que está sentado en un manto de fuego
h
ἐπικαλοῦμαί σε, ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ χιόνος
te invoco a ti, el que está sentado sobre la nieve
i
ἐπικαλοῦμαί σε μέσον μέρος ἀρούρης καθήμενον
te invoco a ti, que estás sentado en el centro de la tierra
j
ἐπικαλοῦμαί σε, ὁ καθήμενος ἐπὶ τῆς ἀβύσ<σ>ου
te invoco a ti, que estás sentado en el abismo
k
ἐπάκου[σό]ν μοι, ... ὁ κ[α]θ[ήμενος] ἐπὶ ὄρους ἱ[εροῦ Σ]ιναΐου ... ὁ καθήμενος ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ... ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν δρακοντείων θεῶν, ὁ θεός ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ Ἡλίου Ἰάω
escúchame, tú que estás sentado en el sagrado monte Sinaí, tú que estás sentado sobre el mar, tú que estás sentado sobre los dioses con aspecto de serpiente, el dios que está sentado sobre Helios Iao
l
ἔχε μετὰ σεαυτοῦ δάκτυλον σιδηρο<ῦ>ν, ἐφ' ὃν γέγλυπται Ἁρποκράτης ἐπὶ λωτῷ καθήμενος
ten un anillo de hierro, en el que esté grabado Harpócrates sentado sobre el loto
- 1to be seated, Hom., etc.
- 2to be seated in court, Ar.; οἱ καθήμενοι the judges, the court, Thuc., etc.
- 3to sit still, sit quiet, Lat. desidere, Hom., Hdt.: in bad sense, to sit or lie idle, Il., etc.
- 4of a besieging army, to sit down or lie before a place, Eur., Thuc.
- 5to lead a sedentary life, Hdt., Aesch., etc.
- 6of people, to be settled, Hdt.
-
…δίκαιόν μοι δοκεῖ εἶναι δεῖσθαι τοῦ δικαστοῦ οὐδὲ δεόμενον ἀποφεύγειν, ἀλλὰ διδάσκειν καὶ πείθειν. οὐ γὰρ ἐπὶ τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής, ἐπὶ τῷ καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια, ἀλλʼ ἐπὶ τῷ κρίνειν ταῦτα · καὶ ὀμώμοκεν οὐ χαριεῖσθαι οἷς…
Plato, Apology
-
…. ἔφη Ὅμηρος, Ἱππίαν τὸν Ἠλεῖον, καθήμενον ἐν τῷ κατʼ ἀντικρὺ προστῴῳ ἐν θρόνῳ · περὶ αὐτὸν δʼ ἐκάθηντο ἐπὶ βάθρων Ἐρυξίμαχός τε ὁ Ἀκουμενοῦ καὶ Φαῖδρος ὁ Μυρρινούσιος καὶ Ἄνδρων ὁ Ἀνδροτίωνος καὶ τῶν ξένων πολῖταί τε αὐτοῦ…
Plato, Protagoras
-
…τινές. ἐφαίνοντο δὲ περὶ φύσεώς τε καὶ τῶν μετεώρων ἀστρονομικὰ ἄττα διερωτᾶν τὸν Ἱππίαν, ὁ δʼ ἐν θρόνῳ καθήμενος ἑκάστοις αὐτῶν διέκρινεν καὶ διεξῄει τὰ ἐρωτώμενα. καὶ μὲν δὴ καὶ Τάνταλόν. .. γε εἰσεῖδον…
Plato, Protagoras
-
…καθίσταντο κάλλιστα. τὸν δὲ μετʼ εἰσενόησα,. .. ἔφη Ὅμηρος, Ἱππίαν τὸν Ἠλεῖον, καθήμενον ἐν τῷ κατʼ ἀντικρὺ προστῴῳ ἐν θρόνῳ · περὶ αὐτὸν δʼ ἐκάθηντο ἐπὶ βάθρων Ἐρυξίμαχός τε ὁ Ἀκουμενοῦ καὶ Φαῖδρος…
Plato, Protagoras
-
…πατὴρ ὁ τοῦ Πολεμάρχου Κέφαλος. καὶ μάλα πρεσβύτης μοι ἔδοξεν εἶναι · διὰ χρόνου γὰρ καὶ ἑωράκη αὐτόν. καθῆστο δὲ ἐστεφανωμένος ἐπί τινος προσκεφαλαίου τε καὶ δίφρου · τεθυκὼς γὰρ ἐτύγχανεν ἐν τῇ αὐλῇ. ἐκαθεζόμεθα οὖν παρʼ αὐτόν…
Plato, Republic
-
…δʼ ἀκροώμενοι τῶν ἀντιλογιῶν καὶ λυγισμῶν καὶ στροφῶν ὑπερεμάνησαν κἀνόμισαν σοφώτατον · κἄπειτʼ ἐπαρθεὶς ἀντελάβετο τοῦ θρόνου, ἵνʼ Αἰσχύλος καθῆστο. κοὐκ ἐβάλλετο ; μὰ Δίʼ ἀλλʼ ὁ δῆμος ἀνεβόα κρίσιν ποιεῖν ὁπότερος εἴη τὴν τέχνην σοφώτερος. ὁ τῶν…
Aristophanes, Frogs
-
…πύκνα. οἴμοι κακοδαίμων ὡς ἀπόλωλʼ. ὁ γὰρ γέρων οἴκοι μὲν ἀνδρῶν ἐστι δεξιώτατος, ὅταν δʼ ἐπὶ ταυτησὶ καθῆται τῆς πέτρας, κέχηνεν ὥσπερ ἐμποδίζων ἰσχάδας. νῦν δή σε πάντα δεῖ κάλων ἐξιέναι σεαυτοῦ, καὶ λῆμα θούριον…
Aristophanes, Knights
-
…Ἶρις ἀελλόπος ἀγγελέουσα. ἷξεν δʼ ἐς Πριάμοιο, κίχεν δʼ ἐνοπήν τε γόον τε. παῖδες μὲν πατέρʼ ἀμφὶ καθήμενοι ἔνδοθεν αὐλῆς δάκρυσιν εἵματʼ ἔφυρον, ὃ δʼ ἐν μέσσοισι γεραιὸς ἐντυπὰς ἐν χλαίνῃ κεκαλυμμένος · ἀμφὶ δὲ πολλὴ κόπρος…
Homer, Iliad
-
…ὀτρυνέει Μέντωρ ὁδὸν ἠδʼ Ἁλιθέρσης, οἵ τέ οἱ ἐξ ἀρχῆς πατρώιοί εἰσιν ἑταῖροι. ἀλλʼ ὀίω, καὶ δηθὰ καθήμενος ἀγγελιάων πεύσεται εἰν Ἰθάκῃ, τελέει δʼ ὁδὸν οὔ ποτε ταύτην. ὣς ἄρʼ ἐφώνησεν, λῦσεν δʼ ἀγορὴν αἰψηρήν…
Homer, Odyssey
-
…οὐδεὶς θεῶν δύναιτʼ ἂν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ δεῖξαι σαφῶς. ἐγὼ τάδʼ οἶδα χᾦ τρόπῳ. πρὸς ταῦτά νυν θαρσῶν καθήσθω τοῖς πεδαρσίοις κτύποις πιστός, τινάσσων τʼ ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος. οὐδὲν γὰρ αὐτῷ ταῦτʼ ἐπαρκέσει τὸ μὴ οὐ…
Aeschylus, Prometheus Bound