καθιερωτικός
καθιερωτικός, dedicatory
καθιερ-ωτικός, ή, όν,
- dedicatory, λόγος Sopat. in Rh. 5.14W.
καθιερωτικός, ή, όν [ᾰ] qui convient pour une consécration religieuse, Rhét. 5, 14 W.
Étym. καθιερόω.
καθιερωτικός, ή, όν, einweihend, Rhett. V p. 14.