καθίζω
καθίζω, καθίζω, sit down (verb)
- I causal, make to sit down, seat, ἄλλους μὲν κάθισον Τρῶας Il. 3.68; μή με κάθιζʼ 6.360; σʼ ἐπʼ ἐμοῖσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας 9.488; κὰδ δʼ εἷσʼ ἐν θαλάμῳ 3.382; τὴν μὲν . . καθεῖσεν ἐπὶ θρόνου 18.389; κατίσαι τινὰ ἐπʼ οἰκήματος Hdt. 2.121.εʹ; καθιεῖν τινα εἰς τὸν θρόνον, i.e. to make him king, X. An. 2.1.4; ἐπὶ θρόνον Phld. Vit. p.22 J.
- 2 set, place, τὸν μὲν . . καθεῖσεν ἐπʼ ἠϊόεντι Σκαμάνδρῳ Il. 5.36; κὰδ δʼ ἐν Ἀθήνῃς εἷσεν 2.549; Κρόνον . . Ζεὺς γαίης νέρθε καθεῖσε 14.204; καθίζειν τινὰ εἰς δόμον E. Ion 1541; κ. στρατόν encamp it, Id. Heracl. 664, cf. Th. 4.90; κ. τὸ στράτευμα ἐς χωρίον ἐπιτήδειον Id. 6.66; σύλλογον εἰς χωρίον κ., χωρὶς μὲν τοὺς ὁπλίτας, χωρὶς δὲ τοὺς ἱππέας Pl. Lg. 755e.
- b post watchers, guards, etc., σκοπὸς ὅν ῥα καθεῖσεν Αἴγισθος Od. 4.524; κατίσαι φυλάκους set guards, Hdt. 1.89, cf. X. Cyr. 2.2.14; ἄλλους κάτισον ἀγαγὼν κατὰ τὰς . . πύλας Hdt. 3.155; κ. ἐνέδραν Plu. Publ. 19: rarely of things, τι ἐπὶ τηγάνοις Pherecr. 127.
- 3 set up, ἀνδριάντα κάθεσσαν Pi. P. 5.42 codd.:—Med., καθέσσασθαι Anacr. 111, A.R. 4.1219.
- 4 cause an assembly, court, etc., to take their seats, convene, ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει Od. 2.69; ὅταν καθέσωσιν ἀγῶνα h.Ap. ap. Th. 3.104; κ. τὸ δικαστήριον Ar. V. 305, cf. D. 39.11, IG 2(2).778.13; νομοθέτας D. 24.25, prob. in Id. 3.10; but κ. τινὶ δικαστήν appoint a judge to try a person, Pl. Lg. 874a; ἐάν τε χιλίους ἐάν θʼ ὁποσουσοῦν ἡ πόλις καθίσῃ D. 21.223; constitute, establish, δικαστήρια Pl. Plt. 298e; βουλὴν ἐπίσκοπον πάντων Plu. Sol. 19.
- 5 put into a certain condition, esp. in the phrase κλαίοντά τινα κ. set him aweeping, κλάοντα καθέσω σʼ Eup. l.c., cf. Pl. Ion 535e, X. Cyr. 2.2.15; but ib. 14 κλαίειν τινὰ κ. to make him weep: for Theoc. 1.51, v. ἀκράτιστος.
- 6 marry, γυναῖκας ἀλλοτρίας LXX Ne. 13.27, cf. 23.
- II intr., take oneʼs seat, sit, abs., Il. 3.394, etc.; μετʼ ἀθανάτοισι, ἐν θρόνοισι καθίζειν, 15.50, Od. 8.422; ἐν [θώκοισι] Hdt. 1.181; ἐπὶ τοῖς ἐργαστηρίοις or τῶν -ίων, Isoc. 18.9, 7.15; ἐπὶ σκίμποδα Ar. Nu. 254; ἐπὶ δένδρου Arist. HA 614a34 (but κ. ἐπὶ κώπην, of rowers, Ar. Ra. 197); of suppliants, κ. ἐπὶ τὸν βωμόν Th. 1.126, Lys. 13.24; εἰς γόνυ D.S. 17.115: in Poets also c. acc., κ. τρίποδα E. Ion 366, El. 980; βωμόν, ὀμφαλόν, ἱερά, Id. HF 48, Ion 6, 1317.
- 2 sit, recline at meals, X. Cyr. 8.4.2.
- 3 sit as judge, Hdt. 1.97, 5.25, Pl. Lg. 659b, Ph. 1.382; hold a session, of the πρόεδροι, D. 24.89, cf. Hermes 17.5 (Delos).
- 4 reside, μετά τινος LXX Ru. 2.23 (3.1); ἐν πόλει ib. Ne. 11.1.
- 5 settle, sink down, ἐπὶ τὰ ἰσχία καθίσαι τὼ ἵππω Pl. Phdr. 254c; καθίσας ὁ φελλὸς ἀνοίξει τὸν κρουνόν Hero Spir. 1.20.
- 6 of ships, run aground, be stranded, Plb. 1.39.3, Str. 2.3.4.
- III Med. in intr. sense, Il. 19.50 (in tmesi), Theoc. 15.3, etc.; εἰς τὸν αὐτὸν θᾶκον Pl. R. 516e; ἐὰν δὲ καθίζεσθαι κελεύσῃ if he order them to take their seats (among the spectators in the theatre), D. 21.56 (nisi leg. καθέζεσθαι, as also ib. 162, both readings are found ib. 119); καθίζεσθαι ἢ κατακλινῆναι Pl. Phdr. 228e.
- 2 of birds, settle, alight, Arist. HA 614b23.
- 3 leave goods purchased in a market, SIG 975.6 (Delos, iii B.C.).--Att. in this signf. acc. to Hsch.
1. act. met acc., causat.
a. doen zitten, plaats laten nemen:
b. zitting doen houden, laten samenkomen, bijeenkomst beleggen:
c. neerzetten, opstellen:
d. in een bepaalde toestand brengen,
2. intrans. (act. en med.)
a. gaan zitten, zitten:
b. zitting houden:
c. zich legeren:
niedersetzen, sich setzen lassen ; μή με κάθιζε Il. 6.360 ; σʼ ἐπʼ ἐμοῖσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας 9.488 ; ἥ τʼ ἀνδρῶν ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει, die Volksversammlung ansetzen, Od. 2.69, vgl. Ar. Vesp. 303 ; τὴν σύγκλητον Plut. Oth. 9 ; τὴν βουλὴν πάντων ἐπίσκοπον Sol. 19 ; κάθιζε νῦν με Soph. O.C. 21 ; εἰς εὐγενῆ δόμον σε καθίζει Eur. Ion 1541 ; στρατόν Heracl. 664, wie Phoen. 1188, lagern lassen, vgl. Thuc. 4.90, καθῖσαν τὸ στράτευμα ἐς χωρίον ἐπιτήδειον 6.66, καθῖσε τὴν στρατιάν 7.82, Plat. Legg. V.755e ; καὶ ἅμα με καθίζει ἄγων παρὰ Κριτίαν Plat. Charm. 153c ; δικαστήρια, einsetzen, Polit. 298e ; δικαστήν, den Richter einsetzen, bestellen, Legg. IX.873e ; ἐὰν κλαίοντας αὐτοὺς καθίσω, wenn ich sie weinen lasse, zum Weinen bringe, Ion 535e ; Xen. Cyr. 2.2.15 ἢν κλαίοντας ἐκείνους πειράσῃ καθίζειν ; Conv. 3.11 dem γελωτοποιεῖν entggstzt ; Din. 3.7 εἰς αἰτίαν καθίσαντα πᾶσαν τὴν πόλιν, wo Steph. καθιστάντα las ; θυγατέρα ἐπʼ οἰκήματος Her. 2.121.5 ; – κάτισον φύλακας, stelle Posten aus, Her. 1.89 ; εἰς τὸν θρόνον τὸν βασίλειον αὐτὸν καθιεῖν Xen. An. 2.1.4 ; ἐνέδραν, einen Hinterhalt legen, Plut. Poplic. 20. – Häufiger intr., sich niedersetzen, sich setzen, sitzen ; εἰ μετʼ ἀθανάτοισι καθίζοις Il. 15.50, ἐπὶ κλισμοῖσι 8.436, ἐν πέτρῃσι Od. 5.156, ἐν θρόνοισι 8.422 ; Eur. vrbdt es auch c. acc., βωμόν, auf den Altar, Herc.Fur. 48, ὀμφαλόν Ion 6, τρίποδα Or. 954 ; κάθιζε ἐπὶ τὸν ἱερὸν σκίμποδα Ar. Nub. 255 ; ἐν τῷ θρόνῳ κατίζων δικάζει Her. 5.25 ; ἐπὶ τοὺς βωμούς, als Hilfeflehender, Thuc. 1.126, wie Lys. 13.24 ; vom Heere, sich lagern, Thuc. 3.107 ; εἰς τὴν προεδρίαν τῶν πρυτάνεων Din. 2.13 ; von Richtern, Plat. Legg. II.659b ; ὥστε ἐπὶ τὰ ἰσχία ἄμφω καθίσαι τὼ ἵππω Phaedr. 254c ; προέδροις, οἳ κεκληρωμένοι καθίζουσιν ἐξ ὑμῶν Dem. 24.89, wo es ebenfalls dem καθίστημι entspricht ; von Gästen, sich zu Tische setzen, Xen. Cyr. 8.4.2 ; ἐπὶ κώπην, sich ans Ruder setzen, rudern, Ar. Ran. 198 ; von Schiffen, καθισάντων τῶν πλοίων, auf den Grund kommen, sitzen bleiben, Pol. 1.39.3.
Med. sich setzen, sitzen ; ὅπου καθιζησόμεθα Plat. Phaedr. 229a ; Prot. 317d ; Folgde.
[καθ-, κατα- 1.]
3 pl. aor. κάθισαν Il. 19.280: Od. 4.659.
Imp. κάθισον Il. 3.68, Il. 7.49.
Pple. καθίσσαςIl. 9.488. Fem. καθίσᾱσα Od. 17.572.
- 1
To cause to seat oneself, bid be seated: μή με κάθιζε Il. 6.360. Cf. Il. 3.68=Il. 7.49: Od. 4.659, Od. 17.572.
To cause (an assembly) to sit for business, bring (it) together Od. 2.69.
- 2
To set, place: ἐπʼ ἐμοῖσι γούνεσσι καθίσσας Il. 9.488.
To seat or settle in an appointed place: κάθισαν γυναῖκας (brought them to their new home) Il. 19.280.
- 3
To seat oneself, sit down: ἔνθα καθῖζʼ Ἑλένη Il. 3.426. Cf. Il. 8.436, Il. 11.623, Il. 20.151: ἐπὶ κληῗσι καθῖζον Od. 2.419=Od. 4.579, Od. 9.103 = 179 = 471 = 563=Od. 11.638=Od. 12.146=Od. 15.549, Od. 13.76, Od. 15.221. Cf. Od. 5.326, Od. 8.6, 422, Od. 16.408, Od. 17.90, 256.
- 4
To have one’s seat, be seated, sit: ἂμ πέτρῃσι καθίζων Od. 5.156. Cf. Il. 3.394, Il. 15.50.
- 1
- 1set up for oneself, dedicate ἀμφʼ ἀνδριάντι σχεδόν, Κρῆτες ὃν τοξοφόροι τέγει Παρνασσίῳ καθέσσαντο̄ μονόδροπον φυτόν (locus metr. causa susp.) P. 5.42
Strong 2523
1. causal, to make to sit down, set, appoint: Ac 2:30, I Co 6:4, Eph 1:20.
2. Intrans., to sit down, be seated, sit: Mt 5:1, Mk 9:35, Lk 7:15, Jo 8:2, al.; c. inf. tel., I Co 10:7; seq. εἰς, II Th 2:4; ἐπί, c. acc., Mk 11:2, Jo 12:14; id. c. gen., Jo 19:13, Ac 12:21; ὧδε, Mk 14:32; αὐτοῦ, Mt 26:36; ἐν δεξιᾷ, He 1:3; ἐκ δεξιῶν, Mt 20:21, 23; ἐν, Re 3:21; καθίσας pleonastic (M, Pr., 14; Dalman, Words, 22), Mt 13:48, Lk 5:3 14:31 16:6; of settling in a place (ἐς χωρίον, Thuc., iv, 93), seq. ἐν, Lk 24:49 (cf. ἀνα-, ἐπι-, παρα-, περι-, συν-καθίζω).
1
κάθισον αὐτὸν εἰς πλίνθους ὠμάς
siéntalo sobre ladrillos sin cocer
2
καθίσας ἐπὶ γόνατα λέγε τὸν ὑποκείμενον λόγον
siéntate de rodillas y di la fórmula siguiente
ἐὰν θέλῃς ἐπάνω κορκοδείλου διαβαίνειν, καθίσας λέγε
si quieres atravesar un río sobre un cocodrilo, siéntate y di
- ICausal, to make to sit down, seat, Il., Hdt.; καθίσαι τινὰ εἰς θρόνον Xen.
- 2to set or place, Hom.; καθίσαι στρατόν to encamp it, Eur., Thuc.
- bto set or place for any purpose, post, Od.; καθίσαι φυλάκους, φύλακας to set guards, Hdt., Xen.
- 3to set up, ἀνδριάντα κάθεσσαν Pind.
- 4to make an assembly take their seats, Od.; κ. τὸ δικαστήριον to hold the court, Ar.
- 5to put into a certain condition, κλαίοντά τινα κ. to set him a-weeping, Plat.; also, κλαίειν τινὰ κ. to make him weep, Xen.
- IIintr., like καθέζομαι, to sit down, be seated, take oneʼs seat, sit, Hom., etc.:—c. acc., καθ. τρίποδα, βωμόν, (as we say "to sit a horse"), Eur.
- 2to sit at meals, Lat. discumbere, Xen.
- 3to sit as judge, Hdt., Dem.
- 4to sit down in a country, encamp, Thuc.
- 5to settle, sink in, Plat.
- IIIthe Mid. is also used in intr. sense, Il., Theocr., etc.; καθίζεσθαι to take their seats (in the theatre), Dem.
-
…οἱ βουλευταὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐγγυωμένων καὶ κωλυόντων, ἀπιόντες ᾤχοντο εἰς ἄστυ. ὁ δὲ Ἀγόρατος καὶ οἱ ἐγγυηταὶ καθίζουσιν ἐπὶ τὸν βωμὸν Μουνιχίασιν · ἐπειδὴ δὲ ἐκάθισαν, ἐβουλεύοντο τί χρὴ ποιεῖν. ἐδόκει οὖν τοῖς ἐγγυηταῖς καὶ τοῖς…
Lysias, Speeches
-
…, ἀπιόντες ᾤχοντο εἰς ἄστυ. ὁ δὲ Ἀγόρατος καὶ οἱ ἐγγυηταὶ καθίζουσιν ἐπὶ τὸν βωμὸν Μουνιχίασιν · ἐπειδὴ δὲ ἐκάθισαν, ἐβουλεύοντο τί χρὴ ποιεῖν. ἐδόκει οὖν τοῖς ἐγγυηταῖς καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἐκποδὼν ποιήσασθαι τὸν Ἀγόρατον ὡς τάχιστα…
Lysias, Speeches
-
…ἄρα παῖδες ἀμύμονος Ἀλκινόοιο μητρὶ παρʼ αἰδοίῃ ἔθεσαν περικαλλέα δῶρα. τοῖσιν δʼ ἡγεμόνευʼ ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο, ἐλθόντες δὲ καθῖζον ἐν ὑψηλοῖσι θρόνοισι. δή ῥα τότʼ Ἀρήτην προσέφη μένος Ἀλκινόοιο · δεῦρο, γύναι, φέρε χηλὸν ἀριπρεπέʼ ,…
Homer, Odyssey
-
…νόῳ περιώσια δαίμων. ῥίμφα δʼ ἐς ἀθανάτων ἕδρας κίε παῖδα καλύψας δέρμασιν ἐν πυκινοῖσιν ὀρεσκῴοιο λαγωοῦ πὰρ δὲ Ζηνὶ κάθιζε καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισιν, δεῖξε δὲ κοῦρον ἑόν · πάντες δʼ ἄρα θυμὸν ἔτερφθεν ἀθάνατοι, περίαλλα δʼ ὁ Βάκχειος…
NA, Homeric Hymns
-
…ὑψόροφον θάλαμον κίε δῖα γυναικῶν. τῇ δʼ ἄρα δίφρον ἑλοῦσα φιλομειδὴς Ἀφροδίτη ἀντίʼ Ἀλεξάνδροιο θεὰ κατέθηκε φέρουσα · ἔνθα κάθιζʼ Ἑλένη κούρη Διὸς αἰγιόχοιο ὄσσε πάλιν κλίνασα, πόσιν δʼ ἠνίπαπε μύθῳ · ἤλυθες ἐκ πολέμου · ὡς ὤφελες αὐτόθʼ…
Homer, Iliad
-
…ἐπὶ νῆα κιὼν ἐκέλευον ἑταίρους αὐτούς τʼ ἀμβαίνειν ἀνά τε πρυμνήσια λῦσαι. οἱ δʼ αἶψʼ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῖσι καθῖζον. τὴν δὲ κατʼ Ὠκεανὸν ποταμὸν φέρε κῦμα ῥόοιο, πρῶτα μὲν εἰρεσίῃ, μετέπειτα δὲ κάλλιμος οὖρος. αὐτὰρ…
Homer, Odyssey
-
…τοῦ ἐπιφοιτέοντος, οἷα πυνθανομένων τὰς δίκας ἀποβαίνειν κατὰ τὸ ἐόν, γνοὺς ὁ Δηιόκης ἐς ἑωυτὸν πᾶν ἀνακείμενον οὔτε κατίζειν ἔτι ἤθελε ἔνθα περ πρότερον προκατίζων ἐδίκαζε, οὔτʼ ἔφη δικᾶν ἔτι · οὐ γάρ οἱ λυσιτελέειν τῶν ἑωυτοῦ ἐξημεληκότα…
Herodotus, The Histories
-
…, οἵ μʼ ἐν σφοῖσι δόμοισιν ἐῢ τρέφον ἠδʼ ἀτίταλλον δεξάμενοι Ῥείας, ὅτε τε Κρόνον εὐρύοπα Ζεὺς γαίης νέρθε καθεῖσε καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης · τοὺς εἶμʼ ὀψομένη, καί σφʼ ἄκριτα νείκεα λύσω · ἤδη γὰρ δηρὸν χρόνον ἀλλήλων ἀπέχονται…
Homer, Iliad
-
…ἅμʼ ἄλλῳ οὔτʼ ἐς δαῖτʼ ἰέναι οὔτʼ ἐν μεγάροισι πάσασθαι, πρίν γʼ ὅτε δή σʼ ἐπʼ ἐμοῖσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας ὄψου τʼ ἄσαιμι προταμὼν καὶ οἶνον ἐπισχών. πολλάκι μοι κατέδευσας ἐπὶ στήθεσσι χιτῶνα οἴνου ἀποβλύζων ἐν νηπιέῃ ἀλεγεινῇ .…
Homer, Iliad
-
…παῖδας. ἀλλὰ ταῦτα δαίμοσί κου φίλον ἦν οὕτω γενέσθαι. ὁ μὲν ταῦτα ἔλεγε, Κῦρος δὲ αὐτὸν λύσας κατεῖσέ τε ἐγγὺς ἑωυτοῦ καὶ κάρτα ἐν πολλῇ προμηθίῃ εἶχε, ἀπεθώμαζέ τε ὁρέων καὶ αὐτὸς καὶ οἱ περὶ ἐκεῖνον ἐόντες…
Herodotus, The Histories