καθίπταμαι Save LSJ Bailly 2024 Pape καθίπταμαι, v. καταπέτομαι. καθ·ίπταμαι, c. *καταπέτομαι, Spt. Sir. 43, 17. καθίπταμαι, (ἵπταμαι), herunterfliegen. S. καταπέτομαι.