About
Menu

καμάσσω

καμάσσω, shake

κᾰμάσσω,
  • shake (from κάμαξ 3), Hsch.: καμάσαι is prob. f.l. for καμάξαι, cf. ἐκάμαξεν, διεκάμαξεν, Id.

Saved

Recent