κάμαρος
κάμαρος, ὁ,
- v. κάμμαρος.
- II καμαρός, ά, όν, Carian word, = ἀσφαλής, κάμαρα (sic codd.) λέγεσθαι τὰ ἀσφαλῆ Apollon. ap. Sch. Orib. 46.21.7.
- III κάμαροι· στῆλαι ἐν αἷς ἀναγέγραπται ὁ περιορισμὸς τῆς Ἀσίας, Hsch.
κάμαρος, ου (ὁ) dauphinelle, plante, Diosc. 3, 77 ; v. δελφίνιον.
κάμαρος, ὁ, = κάμμαρος.