About Report a problem

Menu

κάμαρος

κάμαρος, ὁ,
  • v. κάμμαρος.
    • II καμαρός, ά, όν, Carian word, = ἀσφαλής, κάμαρα (sic codd.) λέγεσθαι τὰ ἀσφαλῆ Apollon. ap. Sch. Orib. 46.21.7.
    • III κάμαροι· στῆλαι ἐν αἷς ἀναγέγραπται ὁ περιορισμὸς τῆς Ἀσίας, Hsch.

Saved

Recent