κατάμπελος Save κατάμπελος, wine-growing LSJ Bailly 2024 κατ-άμπελος, ον, wine-growing, χώρα Str. 4.1.5. κατ·άμπελος, ος, ον, riche en vignobles, Str. 179. Étym. κ. ἄμπελος.