κατανάγκασις
κατανάγκασις, reduction
κατᾰνάγκ-ᾰσις, εως, ἡ,
- reduction of dislocated limbs, Hp. Art. 48, al.
κατανάγκασις, εως (ἡ) [ᾰνκᾰ] réduction d’un membre luxé, Hpc. 815g.
Étym. καταναγκάζω.