καταμώκησις
καταμώκησις, mockery
καταμώκ-ησις, εως, ἡ,
- mockery, Plb. 12.26c. 1, Ath. 2.55d.
καταμώκησις, εως (ἡ) action de se moquer, moquerie, Ath. 55d.
Étym. καταμωκάομαι.
καταμώκησις, mockery