καταμιμέομαι Save καταμιμέομαι, burlesque LSJ Bailly 2024 καταμῑμέομαι, burlesque, c. acc., D.H. 7.72. κατα·μιμέομαι-οῦμαι [ῑ] imiter en se moquant, contrefaire, DH. 7, 72.