κερμοδότης Save Bailly 2024 Pape κερμο·δότης, ου (ὁ) c. le préc. Nonn. Jo. 1, 14. Étym. κέρμα, δίδωμι. κερμοδότης, ὁ, = κερματιστής, Nonn. Io. 2.75.