κερνᾶς
κερνᾶς, ὁ,
- priest who carries the κέρνος (q.v.), AP 7.709 (Alex.). [accent corr. from Supp.]
κερνᾶς, ᾶ (ὁ) c. κερνοφόρος, Anth. 7, 709.
κερνᾶς, ὁ, = κερνοφόρος, s. χέρνας.