κημόω
κημόω, to muzzle
κημ-όω, (κημός)
- muzzle a horse, X. Eq. 5.3.
- II Medic., = φιμόω, τὸν ὀφθαλμόν Sch. Ar. Eq. 1147.
- III fit with the κημός I.4, πολιῷ δʼ ἐπὶ πολλάκι λωτῷ κημωθεὶς (cj. Herm.for κνημωθεὶς) κώμους εἶχε σὺν Ἐξαμύῃ Hermesian. 7.38.
κημόω-ῶ, museler un cheval, Xén. Eq. 5, 3, ou un bœuf, Chrys. 10, 215.
Étym. κημός.
κημόω, dem Pferde den Maulkorb anlegen, ἀεὶ ὅποι ἂν ἀχαλίνωτον ἄγῃ (τὸν ἵππον) κημοῦν δεῖ Xen. de re Eq. 5.3 ; Poll. 1.202. S. κημός.
Strong
*
to muzzle: I Co 9:9 (TTr., WH, mg.) (cf. φιμόω).†
κημόω,
κημός
- to muzzle a horse, Xen.