Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κἦπε
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κἠμοί
κημός
κῆμος
κημόω
κήμωσις
κήν
κἠν
κἤν
Κήναιον
Κηναῖος
Κηναΐτης
κήνεον
κήνοθεν
κῆνος
κηνσίτωρ
κῆνσος
κήνσωρ
Κηνσωρῖνος
κήνυγμα
κηνύσσομαι
κηνώ
κήξ
κἠξ
κἠξαπίνας
κήομεν
κηπάδιον
κηπαία
κηπαῖος
κηπάριον
κᾖπε
κἦπε
κἠπεί
κἠπει
κηπεία
κηπεῖαι
κήπειος
κἤπειτα
κήπευμα
κηπεύς
Κηπεύς
κηπεύσιμος
κηπευτής
κηπευτικός
κηπευτός
κηπεύω
κἠπί
κηπίδες
κηπίδες νύμφαι
κηπίδιον
κηπίον
κηπίς
Κῆπις
Κηπίων
Κῆποι
κηποκόμας
κηποκόμος
κηπολαχανία
κηπολάχανον
κηπολόγος
κηποπαράδεισος
κηποποιΐα
…
κἦπε
Save
Bailly 2024
κἦπε,
crase dor. p.
καὶ εἶπε,
Thcr.
Idyl.
1, 97 ;
3, 149
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}