Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κήνσωρ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηλοτόμος
Κηλοῦσα
κηλόω
κήλυγμα
κήλων
κηλώνειον
κηλωνεύω
κηλωνήϊον
κηλώνιον
κηλωστά
κηλωτά
κἠμαυτόν
κἠμέ
κήμιψ
κἠμοί
κημός
κῆμος
κημόω
κήμωσις
κήν
κἠν
κἤν
Κήναιον
Κηναῖος
Κηναΐτης
κήνεον
κήνοθεν
κῆνος
κηνσίτωρ
κῆνσος
κήνσωρ
Κηνσωρῖνος
κήνυγμα
κηνύσσομαι
κηνώ
κήξ
κἠξ
κἠξαπίνας
κήομεν
κηπάδιον
κηπαία
κηπαῖος
κηπάριον
κᾖπε
κἦπε
κἠπεί
κἠπει
κηπεία
κηπεῖαι
κήπειος
κἤπειτα
κήπευμα
κηπεύς
Κηπεύς
κηπεύσιμος
κηπευτής
κηπευτικός
κηπευτός
κηπεύω
κἠπί
κηπίδες
…
κήνσωρ
Save
Pape
κήνσωρ
, das lat.
censor ; VLL, NT
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}