Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηλιδωτός
κηλιδωτός, stained, soiled
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηλάστρα
κήλαστρον
κήλαστρος
κήλειος
κήλεον
κήλεος
κηλέστης
κηλέω
κήλη
Κηληδόνες
κηληδών
Κηληδών
κηληθμός
κήληθρον
κηληκτάς
κήλημα
κηλήνη
κήλησις
κηλήτειρα
κηλητήριον
κηλητήριος
κηλήτης
κηλητής
κηλητικός
κήλητρον
κηλήτωρ
κηλίβανα
κηλιδόω
κηλίδωμα
κηλίδωσις
κηλιδωτός
κηλικτάς
κηλιός
κηλίς
κῆλον
κηλόν
κηλόνειον
κηλόνιον
κηλόομαι
κηλοτομία
κηλοτομικός
κηλοτόμος
Κηλοῦσα
κηλόω
κήλυγμα
κήλων
κηλώνειον
κηλωνεύω
κηλωνήϊον
κηλώνιον
κηλωστά
κηλωτά
κἠμαυτόν
κἠμέ
κήμιψ
κἠμοί
κημός
κῆμος
κημόω
κήμωσις
κήν
…
κηλιδωτός
Save
κηλιδωτός, stained, soiled
LSJ
κηλῑδ-ωτός, ή, όν,
stained, soiled,
Suid.
,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}