κηώεις
κη-ώεις, εσσα, εν,
- = foreg., ἐν θαλάμῳ εὐώδεϊ κηώεντι Il. 3.382; ἐς θάλαμον . . κηώεντα 6.288, etc.; μύρον AP 7.218.9 (Antip. Sid.); ἄνθεα Nonn. D. 12.257: neut. κηῶεν Hsch.; cf. κεῶεν.
κηώεις, ώεσσα, ῶεν, c. le préc. Il. 3, 382 ; 6, 288 ; Od. 14, 99 ; Nonn. D. 16, 270, etc.
κηώεις, εσσα, εν, s. κηώδης, duftig ; θάλαμος, neben εὐώδης Il. 3.382 ; 6.288 u. öfter, wie sp.D.; μύρῳ Antip.Sid. 83 (VII.218); Ἀραβίη Dion.Per. 936 ; λοχείη Nonn. D. 16.270 ; Tryphiod. 464.
κηώεις
-εντος
[*κῆϝος.]
= κηώδης. Il. 3.382, Il. 6.288, Il. 24.191 : = Od. 15.99.
κηώεις = κηώδης.
κηώεις, εσσα, εν
= κηώδης, Il.