Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κηφίσανδρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κητόδορπος
κητοθηρεῖον
κητοθηρία
κητόομαι
κῆτος
κητοτρόφος
κητοφάγος
κητοφόνος
Κηττοί
Κητώ
κητώδης
κητώεις
κητῷος
κητῶος
κηὖ
κῆϋξ
κήϋξ
Κήϋξ
Κῆϋξ
κήϋος
κἤφα
κἠφᾶπτο
Κηφᾶς
Κηφεύς
Κηφηΐς
κηφήν
Κηφῆνες
κηφήνιον
κηφηνώδης
κἤφθα
Κηφίσανδρος
Κηφισιά
Κηφισιάδης
Κηφισίαθεν
Κηφισιάς
Κηφισιᾶσι(ν)
Κηφισιεύς
Κηφίσιος
Κηφισίς
Κηφισόδημος
Κηφισόδοτος
Κηφισόδωρος
Κηφισοκράτης
Κηφισός
Κήφισος
Κηφισοφῶν
κἦφ’
κηχί
κῆχος
κηώδης
κηώεις
κθʹ
κία
κιάθω
κίβαλος
κιβάριον
κιβάριος
κίββα
κίβδη
κιβδηλεία
κιβδήλευμα
…
Κηφίσανδρος
Save
Bailly 2024
Κηφίσ·ανδρος,
ου
(
ὁ
)
[
ῑ
] Kèphisandros,
h.
Is.
36, 42
.
Étym.
Κ. ἀνήρ
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}