κλεπτίδης
κλεπτίδης, Son of a Thief
κλεπτ-ίδης, ου, ὁ, Com.Patronym. of κλέπτης,
- Son of a Thief, Pherecr. 219.
κλεπτίδης, ου (ὁ) [ῐ] fils de voleur, Phérécr. fr. 233 (Cobet κλεπτιδεύς).
Étym. κλέπτης.